Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ



Τoν λένε Κοκκινοσκουφίτσα.
Στων Αθηνών τα αρχαία ερείπια.
Στων Αθηνών τα αρχαία ερείπια
Τα χασικλάκια της στη ζήση.
Που του Θεού πίνουν τη λήθη
Και βλαστημούν την ηρωίνη.
Το κρεοπωλείο της ειρήνης.
Και βλαστημούν την ηρωίνη.
Το κρεοπωλείο της ειρήνης.
*******
Στο καλαθάκι λίγη φούντα.
Κι από πάνω σάπια φρούτα.
Απ' της Μητρόπολης τα δέντρα.
Που δεν τα κόβει πια κανένας.
Απ' της Μητρόπολης τα δέντρα
Που δεν τα κόβει πια κανένας.
****
''Τίγκα στην Πλάκα μανταρίνια.
Και σε Κυψέλη και Πατήσια.
Πέφτουν στα τζάνκια στο κεφάλι.
Μα οι Νεύτωνες έχουν νταγκλάρει.
Μα οι Νεύτωνες έχουν νταγκλάρει''.
Δικαιολογείται και γελάει.
''Μα οι Νεύτωνες έχουν νταγκλάρει.
Μα οι Νεύτωνες έχουν νταγκλάρει''.
Δικαιολογείται και γελάει.
******
Κι όποιον για λύκο τον ρωτάει.
Που θέλει τόσο να τον φάει.
Δείχνει τον νου του με ένα νεύμα.
Και λήγει αμέσως την κουβέντα.
Δείχνει τον νου του με ένα νεύμα.
Και λήγει αμέσως την κουβέντα.
*****
Και πίσω του ένα κοπάδι.
Της ''Παραμύθας'' με σακάκι.
Πίσω απ' τα τζάμια της Ασφάλειας.
Και σε επαύλεις σαν τα κάστρα
Πίσω απ' τα τζάμια της Ασφάλειας.
Και σε επαύλεις σαν τα κάστρα.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΟ



Αυτά που έσπειρα θερίζω.
Θέλω ειρήνη που δεν βρίσκω.
Είναι αργά για άλλα χωράφια.
Είναι αργά να φτιάξω σκιάχτρα.
Έχω πια μάθει με κοράκια.
Που στους πολέμους βγάζουν φράγκα.
Έχω πια μάθει με κοράκια.
Που στους πολέμους βγάζουν φράγκα.
***
Αυτά που έσπειρα θερίζω.
Θέλω ειρήνη που δεν βρίσκω.
Και με σοδειά που φαγωμένη.
Ή στα μισά της σαπισμένη.
Και στης γυναίκας μου τα νύχια.
Πάνω στα μούτρα μου με λύσσα.
Π' αγριολούλουδο φροντίζω.
Μες στην καρδιά μου σαν το κρίνο.
****
Π' αγριολούλουδο φροντίζω
Και θα ξεριζωθεί σαν σβήσω.
και πίσω πια δεν θα γυρίζω.
Και θα ξεριζωθεί σαν σβήσω.
και πίσω πια δεν θα γυρίζω.
***
Και μη ρωτάς πώς και σε εμένα.
Χόρτα θα δεις κι από τσιμέντα.
Και μη ρωτάς πώς και σε εμένα.
Χόρτα θα δεις κι από τσιμέντα
.

στη Μιρέλα...

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

ΒΑΘΥΚΡΗΜΝΗ ΓΡΙΑ


Βαθύκρημνη γριά

Βαθύκρημνη γριά της ‘’Βρετανίας’’.
Στουπί από κονιάκ και μια ιστορία.
Για γέρο του στρατού που ξεσκατώνει.
Κι εκείνος τη διδάσκει στο σαλόνι.
Σημάδι με ψυχρό τριανταοκτάρι
Σε ρώσικη ρουλέτα να πεθάνει
Που θα ’ παιζε μαζί της κάποιο βράδυ
Κι αυτή θα του πατούσε τη σκανδάλη.
Κι αυτή θα του πατούσε τη σκανδάλη.
Βαθύκρημνη γριά της Βρετανίας.
Στουπί από κονιάκ και μια ιστορία.
Σαν έβλεπε στα τζάμια και μια αχτίδα
Σαν άμαχος που χτύπησε οβίδα.
Στον γέρο της γυρνούσε βήμα βήμα.
Σαν άμαχος που χτύπησε οβίδα.
Στον γέρο της γυρνούσε βήμα βήμα.


Βρετανία:

Παλιό ξενυχτάδικο στέκι της Ομόνοιας – είδη γαλακτοπωλείου και ρακόμελα. Στη θέση του στα σύγχρονα χρόνια τα ‘’Αρτοποιήματα Κατσέλης’’.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

ΡΕΣΑΛΤΑ


Mιλιά τ΄ Αφγάνι για την Πάτρα.
Και τα διαβόητα ρεσάλτα.
Για την Ευρώπη με νταλίκα.
Καθώς πηγαίνει για τα πλοία.
Τσαμπιά που κρέμονται στις ρόδες.
Μες σε ψυγεία και καρότσες.
Κι είχε μαζέψει με κουτάλι
Πολλά συντρόφια απ’ το καζάνι
Καμπούλ-Βαγδάτης-Παλαιστίνης
Της προσφυγιάς και της οδύνης
Κι είχε μαζέψει με κουτάλι
Πολλά συντρόφια απ’ το καζάνι
Καμπούλ-Βαγδάτης-Παλαιστίνης
Της προσφυγιάς και της οδύνης
----
Κι αν τον ρωτήσεις για καθένα.
‘’Σαν τα γατιά τα πατημένα’’.
Σου λέει και χάνεται για λίγο.
Για να συνέλθει από το κρύο.
Κι αν τον ρωτήσεις για καθένα.
‘’Σαν τα γατιά τα πατημένα’’.
Σου λέει και χάνεται για λίγο.
Για να συνέλθει από το κρύο.
ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΥΠΟ ΛΑΜΠΑ
Εγώ που σόι ξερονήσια.
Και στο λαγούμι για φασίστα.
Είχα ένα φίλο χρυσαυγίτη.
Που σιχαινόταν ό,τι τύχει.
Της ‘’Δεκαεπτά Νοέμβρη’’ σφαίρα.
Του ’χε εκτελέσει τον πατέρα.
Ένα ΕΣΑτζή, μετά ασφαλίτη.
Που ’χε τον Μουστακλή σαπίσει.
Της ‘’Δεκαεπτά Νοέμβρη’’ σφαίρα.
Του ’χε εκτελέσει τον πατέρα.
Ένα ΕΣΑτζή, μετά ασφαλίτη.
Που ’χε τον Μουστακλή σαπίσει.
****
Από παιδιά σε μια φυλλάδα.
Σε μεροκάματο υπό λάμπα.
Μας έδενε αυτή η δουλεία.
Κι έτσι καμιά ιδεολογία.
Δεν μας δοκίμαζε ως φίλους.
Ως ανεπίδεκτους του μίσους.
Μας έδενε αυτή η δουλεία.
Κι έτσι καμιά ιδεολογία.
Δεν μας δοκίμαζε ως φίλους.
Ως ανεπίδεκτους του μίσους.
*****
Και με πειράγματα στις σκάλες.
Πέρναγε ο χρόνος μας στις βάρδιες.
‘’Στο πόλεμό μας ρε κομμούνι
Μ’ έσφαξες με κονσερβοκούτι’’.
‘‘Κι εσύ την Κυριακή, μια μέρα
π’ ούτε οι ναζί δεν εκτέλεσαν.
Με μια ριπή με καθαρίζεις.
Απ’ τα θνητά κι όχι απ’ τη μνήμη’’.
‘’Στο πόλεμό μας ρε κομμούνι
Μ’ έσφαξες με κονσερβοκούτι’’.
‘‘Κι εσύ την Κυριακή, μια μέρα
π’ ούτε οι ναζί δεν εκτέλεσαν.
Με μια ριπή με καθαρίζεις
.Απ’ τα θνητά κι όχι απ’ τη μνήμη’’.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

‘’ΤΑΞΙΔΙ’’

Αντί για αξεσουάρ και ρούχα.
Μες σε βαλίτσες και μπαούλα.
Είχε κορμιά που πεθαμένα.
Κι όλα πισθάγκωνα δεμένα.
Μην ξεχυθούν απ’ τις βαλίτσες.
Και τα μπαούλα σε ‘’Ατυχίες’’
.
Τίμιους μπάτσους και γραφιάδες.
Συνοριακούς και δικαστάδες.
Εισαγγελείς –πολιτικάντες.

Μην ξεχυθούν απ’ τις βαλίτσες.
Και τα μπαούλα σε ‘’Ατυχίες’’.
Τίμιους μπάτσους και γραφιάδες.
Συνοριακούς και δικαστάδες.
Εισαγγελείς –πολιτικάντες.
****
Ψυχές που βγήκαν σε χαράδρα.
Από βουνά σε δυο φεγγάρια.
Ψυχές που πνίγηκαν σαν βάρκα.
Ρίξαν’ δουλέμποροι σε βράχια.
Ψυχές που πάγωσαν στο χιόνι.
Σαν μια σταγόνα στο μπαλκόνι.
***
Κι όλους τους θάβει με το φτυάρι.
Τ’ αφεντικό του δεν φουντάρει.
Τ΄ αφεντικό του μόνο θάβει.
Τ’ αφεντικό του δεν φουντάρει.
Σε οφειλέτη του χωράφι.
Πολιτευτής χρόνια της νήσου.
Και πλουσιότερος του πλήθους.
Πολιτευτής χρόνια της νήσου.
Και πλουσιότερος του πλήθους
***
Κι αυτό το ονόμαζε ‘’Ταξίδι’’.
Που δεν μπορούσε να αποφύγει.
Κι αυτό το ονόμαζε ‘’Ταξίδι’’.
Που δεν μπορούσε να αποφύγει
.
Όμως μια μέρα που εκτελούσε.
Μία δουλειά που τον πονούσε.
Μωρά νεκρά σε μια βαλίτσα.
Μωρά με τ’ αίματα απ’ τη μήτρα.
Που σκάσαν' μέσα σε υπόγες.
Σαν της Τζιχάντ μωρά με βόμβες.
Που σκάσαν' μέσα σε υπόγες.
Σαν της Τζιχάντ μωρά με βόμβες

Πάνω απ’ τον λάκκο με ένα ρίγος.
Είδε πως έλειπε ο ίδιος.
***
Και διάνα ρίχνει στα μυαλά του.
Σε σεληνόφως του θανάτου.
Μα αυτό που έλεγε ‘’Ταξίδια’’.
Άλλος τα κάνει ως εργασία.
Μ’ αυτό που έλεγε ‘’Ταξίδια’’.
Άλλος τα κάνει ως εργασία.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΆΔΗ


O ξενοδόχος μιας παράγκας.
Για να τ’ αδειάζουνε κρεβάτια.
Και να ληστεύει τα ρεμάλια.
Με μονοξείδιο του άνθρακα.
Ξεπάστρευε άσπιτα Αφγάνια.
Πέτρες γκρεμνών απ’ τα Βαλκάνια.
Και Αφρικής σπιτάρφανα κατράμια.
****
Και στο δωμάτιο του Άδη
Όπως τ’ ονόμασε ένα βράδυ
Είχε τη θέρμανση πειράξει
Με την αγάπη του, ένα τζάνκι
Είχε τη θέρμανση πειράξει
Με την αγάπη του, ένα τζάνκι
********
Κι όπου αυτοί μαζί κι οι μπάτσοι.
Με την προμήθεια στο τζάκι.
Σε Χριστουγέννων αγγελάκι.
Σε Χριστουγέννων αγγελάκι.
*****
Και καθαρίζανε για χρόνια.
Πατριωτών τα πεζοδρόμια.
Που καιν’ σταυρούς με τα μπιτόνια.
Φοράνε κάτασπρα σεντόνια
Και τους ταράζει τόση φτώχεια.
Που καιν’ σταυρούς με τα μπιτόνια.
Και τους ταράζει τόση φτώχεια
.
******
Κι έχει ενταχθεί μέχρι σε κόμμα.
Κι έχει ενταχθεί μέχρι σε κόμμα.
Για τη Βουλή ένας ακόμα.
Με του φασίστα τα σαγόνια.
Και το χαμόγελο του μπόγια.
Με του φασίστα τα σαγόνια.
Και το χαμόγελο του μπόγια.

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

AZIZ


Aν δείτε κάτασπρο σκυλί.
Να προσπερνά σαν τη βολίδα.
Είν΄ η φαμίλια του Αζίζ.
Μαζί του κι αν Πολιτσία.
Τον κυνηγά μες στην Αθήνα.
-----
Σκασμένος του Μεταγωγών.
Βράζει κι αυτός μέσα στη χύτρα.
Της προσφυγιάς και των ψυχών.
Που ‘χουν τα κράτη για σκουπίδια.
-------------------
Ψυχές ασύλων και σπιτιών.
Που σαν χασάπικων ψυγεία.
Ψυχές των κάτασπρων γκρεμών.
Που ζυγισμένα με Χημεία.
Ψυχές Ερμήδες των Φτωχών.
Βιοπορισμένες με εργασία.
Απαλλοτρίωσης στιγμών.
Ψυχές Ερμήδες των Φτωχών.
Βιοπορισμένες με εργασία.
Απαλλοτρίωσης στιγμών
.

ΓΑΤΙ ΣΤΗ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ


Μες στη χρυσόσκονη γατί
Με πάει μια νύχτα σε εθνική.
Π’ άλλα γατιά και ποντικοί.
Με υπέρογκα στοιχήματα.
Στην ψύχρα διαγωνίζονταν.
Ποιος θα ‘φτανε πιο γρήγορα.
Στην πρώτη τη νησίδα.
Χωρίς να πέσει σε νταλίκα.
Χωρίς να τον πατήσουν αυτοκίνητα
.
--------------------------
‘’Αλήτι δες με τεχνική
Μες στη χρυσόσκονη γατί.
Ωραία να πεθαίνει’’
.
Μου λέει σαλτάροντας.
Και φεύγει.
-----------------
Και το πατάει ένα καμιόνι.
Και του σκορπάει και τη σκόνη.
Το παίρνει πίτα ασθενοφόρο.
Κι εγώ εθίζομαι στον τζόγο.
Των περασμάτων σε λεωφόρο.
-----------
Καιρό γυρνούσα με το αίμα
Διαγωνισθέντων στην αρένα
Κι έκοψα σαν τα καρακόλια
Με τίγκα πάνοπλα μπατσόνια
Μας εξορίσαν’ για αλητεία
Και μ' άλλη αρένα μες σε σπίτια
-----
Όποιος στον τοίχο σπάει μύτες.
Μούτρα και οδοντοστοιχίες.
Με αίμα να τρέχει σαν ταινία.
Ο νικητής αυτής της πίστας.
Κι όσοι τζογάρουν στο κεφάλι.
Που σπάει για φράγκα σε ντουβάρι.
Κι όσοι τζογάρουν στο κεφάλι.
Που σπάει για φράγκα σε ντουβάρι
.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

ΤΗΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ Ο ΜΟΪΚΑΝΟΣ



Της Κουμουνδούρου ο Μοϊκανός.
Έλεγε σαν τον Γκυ Ντεμπόρ.
΄΄Δύσκολο πιότερο να πιει.
Απ’ το λαρύγγι μου κανείς.
Δύσκολο πιότερο να πιει.
Απ’ το λαρύγγι μου κανείς.
Στη λήθη αυτή παύει ο καιρός.
Παύω κι εγώ ως Μοϊκανός.
Που τελευταίος σ’ αριθμό.
Που τελευταίος σ’ αριθμό΄΄.
-----------
‘‘Ρε γουρουνάκια έχω πιει.
Και του διαόλου την ψυχή’’.
Σε σύλληψη του για αλητεία.
Κι αλκοολισμό με ηλικία.
Ψέλλισε μπρος απ’ τα λουκέτα.
Ψέλλισε μπρος απ’ τα λουκέτα.
Μέσα στα κάγκελα απ’ τη γέννα.
Φόνισσας μάνας μόνος γιος.
Φόνισσα μάνας του πατρός.
Σπίτι ως παιδί ο ‘’Κορυδαλλός’’.
Και ενός αλήτι ο αδερφός
Και ενός αλήτι ο αδερφός
Π’ όταν με κόλας το καπάκι.
Καρπούς κατάντησε χαντάκι.
Μέρες μ’ αστέγνωτα τα μάτια.
Που με αρμυρίκια στα Σαράντα.
----------
Για τον στερνό τον Μοϊκανό.
Που ’λεγε σαν τον Γκυ Ντεμπόρ.
‘’Δύσκολο πιότερο να πιει.
Απ’ το λαρύγγι μου κανείς.
Δύσκολο πιότερο να πιει.
Απ’ το λαρύγγι μου κανείς’’.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ‘’ΚΑΡΟΥΣΕΛ ΤΟΥ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ’’


Δοκιμασμένο από τις ΗΠΑ.
Κι όπως πολλά κληροδοσία
Στην αστική χαρτογραφία.
Συνοικισμός κάτω από γέφυρες.
Τρόπος ελέγχου για τους πένητες.
Που τα καζάνια της κουζίνας.
Της θαυμαστής μας κοινωνίας.
Με ετοιμασμένα τα καπάκια.
Να τιναχτούνε στα ταβάνια.
Που τα καζάνια της κουζίνας.
Της θαυμαστής μας κοινωνίας.
Με ετοιμασμένα τα καπάκια.
Να τιναχτούνε στα ταβάνια.
-------------------------------------
Της θαυμαστής μας κοινωνίας.
Που οι πολλοί στην τζαμαρία.
Και στα τραπέζια η μειοψηφία
Η ευγενής μπουρζουαζία.
Που οι πολλοί στην τζαμαρία.
Ξελιγωμένοι απ’ τα πιρούνια.
Κι όνειρο να ‘ριχναν στη σούπα.
Μολότοφ βότκας με σαπούνια.
Που οι πολλοί στην τζαμαρία.
Ξελιγωμένοι απ’ τα πιρούνια.
Κι όνειρο να ‘ριχναν στη σούπα.
Μολότοφ βότκας με σαπούνια.
------------------------------------------
Κι ένας Ρομπέν της απ’ τη γέννα.
Που ‘χε σερίφηδων την έγνοια.
Αλλά στην πιάτσα του ένα πνεύμα.
Με παλιοσίδερα-σκουπίδια.
Μπουκάλια αμέτρητα και ξύλα.
Σωρούς αμέτρητους τσιγκάκια.
Φτιάχνει Χαρά για τα παιδάκια.
Και με ποδήλατα σμπαράλια
Το ‘’Καρουσέλ του Tσε Γκεβάρα’’
Και με ποδήλατα σμπαράλια
Το ‘’Καρουσέλ του Tσε Γκεβάρα’’

----------------------------------------------
Μα τη χαρά του σε μια νύχτα.
Του λαμπαδιάζουν με βενζίνα.
Σκινάδων έξαλλων αρμάδα.
Γιατί συχνάσαν’ αλβανάκια.
Το καρουσέλ του μια λαμπάδα.
Που μόλις έφεξε θα σβήσει.
Μ’ εικόνα π’ άσβεστη στη μνήμη.
Γιατί συχνάσαν’ αλβανάκια.
Το καρουσέλ του μια λαμπάδα.
Που μόλις έφεξε θα σβήσει.
Μ’ εικόνα π’ άσβεστη στη μνήμη
.
----------------------------------------
Κι αυτός θα κάνει τον ‘’κοριό’’.
Και θα τους κόψει τον λαιμό.
Κι ισόβια κάθειρξη αποφράδα.
Για ‘’Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα’’
Κι ισόβια κάθειρξη αποφράδα.
Για ‘’Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα’’.
----------------------------------------------
Λένε πως κλάψανε στην έδρα.
Όταν τον παίρνανε για μέσα.
Που δεν χαρίζουνε πεντάρα.
Κι έχουν τα χρόνια σαν στραγάλια
.

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

Φωνές

Σε φρένων βραχυκύκλωμα.
Μ’ ερείπια τα ύστερα αναχώματα.
Τ’ ασύνειδα.
Που τομογράφου επείγοντος.
Mε χρώματα του Σύμπαντος.
Είν΄ οι φωνές σε άδεια σπίτια, ανύπαρκτες στα αλήθεια.
Από σκιές που στο κατόπι σου φέρνουνε οι δρόμοι.
Είν΄ οι φωνές σε άδεια σπίτια, ανύπαρκτες στα αλήθεια.
Από σκιές που στο κατόπι σου φέρνουνε οι δρόμοι.
Κι είπε σιγά το γιατρουδάκι
τη συνταγή πριν να μου γράψει:
«Η ακοή σου θα ασθενήσει
Στα της ζωής απ’ τις αισθήσεις,
Με αγωγή που θα πληθύνει.
Με αγωγή που θα πληθύνει».

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΑΛΗΤΡΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Στα μαύρα σπλάχνα της Αθήνας.
Όπου γυρίσεις και μπασκίνας.
Η συνδρομή της Πολιτείας.
Για να 'χει ειρήνη ως κοινωνία.
Με ποδοπάτηση της βίας.
Τέκνα ενός κράτους αδικίας.
Σαν τα πατάς Λερναία Ύδρα.
Χωρίς σχολεία κι εργασία.
Λύκοι πολλοί στην κοινωνία.
Χωρίς σχολεία κι εργασία.
Λύκοι πολλοί στην κοινωνία
.
-------------------------
Κι εσύ τον νου σου για ασφαλίτη.
Άκου την πείρα ενός αλήτι.
Σαν συμβουλές για επιδημία.
Είσαι βαρκάκι κι είναι πλοία.
Σαν συμβουλές για επιδημία.
Είσαι βαρκάκι κι είναι πλοία.
----------
Φρικιά τους ντύνουνε κι ανάρχες.
Μα τους προδίδουνε οι κάλτσες.
Η τσάκιση στο παντελόνι.
Κι ένα ολοκαίνουριο ρολόι.
---------
Η καθαριότητα του μπάτσου.
Ίσκιος βαρύς του αδυνάμου.
Του κλεφτρονιού και του πρεζάκια.
Του πρόσφυγα και της πουτάνας.
Κι Αφρικανών με τα δισκάκια.
Και μαντιλιών τα Πακιστάνια.
Και τα παιδιά που ο μουσαμάς τους
Τοίχοι μητρόπολης ασφάλτου.
-----------------
Μην κουβεντιάζεις όπου λάχει.
Είσαι στον βιο σου σαν ποτάμι.
Και τα ποτάμια η Πολιτεία.
Μες σε κελιά για αλητεία.
Τα κάνει χείμαρρο και νύχτα.
-----------------------------------------
Σ' είδα να πέφτεις απ’ τη ΓΑΔΑ.
Σαν να βουτούσες από βράχια.
Στην παιδική σου παραλία.
Που βουρκιασμένη και στην πίσσα.
Τον 21ο αιώνα.
Δίχως κανέναν στα νερά της.
Με χρώμα μαύρο σαν της Μάγχης.
Με χρώμα μαύρο σαν της Μάγχης.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΣΚΟΥΛΗΚΙ


Πρόγονε τι ζητάς στον δρόμο;
Εκεί είναι η φύση σου, στον κόσμο!
Που κυριαρχεί ο απόγονός σου.
Με σκοτωμένο τον Δαρβίνο.
Στο σχολικό μας το θρανίο.
Με σκοτωμένο τον Δαρβίνο.
Στο σχολικό μας το θρανίο.
Σε ψωροπάρκα με παγκάκια.
Βανδαλισμένα από αλητάκια.
Που ‘χουνε φάει τα τσιμέντα.
Με το κουτάλι μέρα- μέρα.
Που ‘χουνε φάει τα τσιμέντα
Με το κουτάλι μέρα- μέρα
.
Εκτός αν θες μ’ ένα σκουλήκι.
Από μια πιάτσα που σου ρίχνει.
Σε λασπουριά και καταιγίδες.
Που βγαίνει η πάστα μου για γύρες.
Να ‘χεις στη ζούλα μια κουβέντα.
Πριν να χαθείς μακριά από μένα.
Να ‘χεις στη ζούλα μια κουβέντα.
Πριν να χαθείς μακριά από μένα.

ΕΙΔΩΛΟ ΜΕ ΑΧΝΗ


Στο θραύσμα μιας αρχαίας πόλης.
Που ‘χε Σωκράτη το δαιμόνι .
Πίνω με τον Μαριχουάνο.
Του Ελμπασάν τον σκάρτο μπάφο.

Πίνω με τον Μαριχουάνο.
Του Ελμπασάν τον σκάρτο μπάφο.
Και βλέπουμε τον Διογένη.
Με το φανάρι να γυρεύει.
Από τα αρχαία του χρόνια.
Στον 21ο αιώνα.
Μία ψυχή που να 'χει ψίχα.
Μες στη Μητρόπολη Αθήνα.
Μία ψυχή που να 'χει ψίχα.
Μες στη Μητρόπολη Αθήνα

Που αποτελεί ακόμη μία.
Αμερικάνικη βιτρίνα.
Με την Ακρόπολη στο τζάμι.
Να είναι είδωλο με άχνη.
Με την Ακρόπολη στο τζάμι.
Να είναι είδωλο με άχνη.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΠΕΙΘΙΑ


Ένα βεσπάκι μεθυσμένο.
Σε μπατσικό δεν βάζει φρένο.
Και με καπέλο και σειρήνα.
Το κυνηγά μες στην Αθήνα.
Του κάνει νούμερα περίσσια.
Σαν ακροβάτης σε μια πίστα.
Αλλά στης Λένορμαν το ύψος.
Το ρίχνει πάνω σε έναν τοίχο.
--
Μα πού να μπει στο καρακόλι.
Καλούν και άλλους οι αστυνόμοι..
Κι όταν μαζεύεται ένα τσούρμο.
Το οδηγούν στο μπαλαούρο.
Για απείθεια και βιαιοπραγία.
Στο ξακουστό της Ομονοίας.
---
Και ξενερώνει το πρωί.
Στ’ αυτοφώρου τη γραμμή.
Με μια γιαγιά.
Που δίχως άδεια.
Πουλούσε χύμα ξηροκάρπια.
Κι ένα Ρωσάκι με καψούρα
που πήρε τον πυροσβεστήρα.
Και τη φαμίλια της δικιάς του.
Λούτσα τους έκανε με δαύτο.
Στη μάχη του εγκληματία.
Η Ελληνική Αστυνομία.
Στη μάχη του εγκληματία.
Η Ελληνική Αστυνομία.

Κι η Ελληνική Δικαιοσύνη
Σ' αυτά τα αυτόφωρα αισχύνης.
Και το ψυχρό το δικαστήριο.
Πείθεται για το δηλητήριο.
Που ‘χει ρημάξει το βεσπάκι.
Κι η ψίχα του ήτανε ρεμάλι.
Η απαλλαγή του υπό τον όρο.
Να πάει σε κράτους ψυχολόγο.
Και το βεσπάκι τότε λέει:
’Κανείς εμένα δεν γιατρεύει.
Πιστεύω στην απελπισία.
Και δεν πιστεύω στην ελπίδα.
Από παιδάκι στα θρανία’’.
Και μπαίνει μέσα και στον μήνα.
Και μπαίνει μέσα και στο μήνα.
Το τρώνε απάνω σε ανταρσία.
Βαρυποινίτες με μανία.
Γι' άλλον πηγαίνουν μα στον ζόφο.
Τ' αφήνουν άδικα στον τόπο.
Κι η διαδρομή του η τελευταία
Σ' ένα ψυγείο με κουβέρτα.

TΣΙΓΚΑΚΙ


Αδέρφι μου δεν πάει πιο κάτω.
Βάλε πιο κάτω κι από τον πάτο.
Για ‘να κορίτσι μου χαμένο.
Που πήρε μόνο του το τρένο.
Και στην προβλήτα περιμένω.
Με το κορμάκι μου σκυμμένο.
Μα με μαζεύουν οι ΟΣΕτζήδες.
Με τα τσιγάρα και τις μπίρες.
Και προτιμώ να ‘μαι τσιγκάκι.
Απ’ τα σκουπίδια να με πάρει.
Ένα παιδί του Σάο Πάολο.
Που μένει πια στον Άγιο Παύλο.
Να βγάλω ήχους από το Διάολο.
Να βγάλω ήχους από το Διάολο
Από μπαγκέτες με καπάκια.
Και από πιατίνια με μπουκάλια.
Από μπαγκέτες με καπάκια.
Και από πιατίνια με μπουκάλια.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΗΤΤΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΣ

Σκυλί στ’ αμπέλι από παιδί. Μ’ από την καλή σου συλλογή. Σκυλιών αδέσποτων σαλών. Το ‘σκασα μ’ αίμα για ουρανό.
Με τις ψευτιές για σπιτικό. Που πάντα ευπρόσδεκτη μια αλήτρα. Ύψωσες γύρω μου θεριό. Μάντρα με φύλακες και σύρμα. Ορφανοφύλακας με προίκα. Ορφανοφύλακας με προίκα.
Και ως αδέσποτη αμπελιού. Κι η μόνη διασωθείσα. Γράφω το ποίημα για να πω. Πως γνώρισε μιαν ήττα. Απόσταγμα σοφίας. Απόσταγμα σοφίας. Πως γνώρισε μιαν ήττα. Απόσταγμα σοφίας. Απόσταγμα σοφίας.

ΣΠΑΝΙΑ ΠΑΝΙΔΑ


Σε ''μπαρ της Περσεφόνης". Με σκάλα που στο χιόνι. Κι ολόκληρο λαό. Με μάρμαρο λευκό. Της λήθης και της πόλης. Αλάνθαστο πιστόλι. Κι αργότερα οι μπάτσοι σφραγίσανε για πάτσι. (Δεν έπεφτε η προμήθεια. Στο τμήμα κάθε μήνα). Μ’ εκείνη την ταινία. Σαν τόπο εγκληματία. Της χώρας μου καθίκια. Που είχαν ζοριλίκια. Σε σόγια και σε σπίτια. Κορόιδευαν τραβέλι. Τραβώντας το σαν ξέφτι. Στις άθλιες τουαλέτες. Μπουγέλο και πετσέτες. Στο στόμα του για πλάκα. Σαν κλόουν που μπουκάλια. Του ρίχνουν στα γεράματα. Μα δέκα βενζινάδικα. Εγώ σε άθλια Σάββατα. Μολότοφ εκατό. Σε μάχη για αδερφό. Και λέρωσα με αίμα πλακάκια και νιπτήρα. και μπάτσων συνοδεία ξενύχτησα με όλους. Στο Τμήμα. Σαν φαμίλια. Και σε μια ειρωνεία του μπάτσου για το στέκι. Που είχαμε ως γκέι. Μαζί σαν συμμορία τον βρίσαμε με λύσσα. Και όταν μας αφήσαν’, πρωί όλοι μαζί, ως σπάνια πανίδα, στο δρόμο τους μας είδαν. Διαβάτες κι αυτοκίνητα. Διαβάτες κι αυτοκίνητα.

ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟΣ

Σε ένα πευκάκι χαμηλό.
Στον Βράχο που ‘ναι ο Ιερός.
Το πνεύμα του άφησε απ' το κρύο.
Ο θρυλικός Δρομοκαϊτειος.

Γιατί για χρόνια είχε για σπίτι.
Τ’ άσυλο του Δρομοκαϊτη.
Και την Αρχαία Αγορά.
Και του Σωκράτη τη σπηλιά.

Και του χασίς μόνον οι πότες.
Που το ‘χουν τόπο για αιώνες.
Οι συγγενείς του στη ζωή.
Που τον κήδεψαν ως ψυχή.
Με ρεφενέ και λίγο πάσο.
Στο πάθος που χουν για 'να μπάφο.
( Εις μνήμην Δρομοκαίτειου που χάθηκε άγουρος. Ούτε 30. )

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

ZAMΠONIA


Των μητροπόλεων τα σφαγεία.
Με κρέας ζωντανών
Που σφάχτηκαν στην ψύχρα.
Κανονικά ναρκώνονται βαριά.
Αλλά στους δρόμους του πολιτισμού.

Τη νύχτα.
Δεν περισσεύει ευαισθησία.
Για αναισθητικών τη χρεία.
Και τα ζαμπόνια χημικά
Στο σοκ του τέλους με μανία.
Σκοτώνουν νεότητα αλάνθαστα.
Και ξεμπερδεύουν τα Προάστια.
Από μυαλά με ευαισθησία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΣΚΙΩΝ


Δεν κάνω έγκλημα, καπνίζω μόνο φούντα.
Μη μαρτυράτε μονοπάτια μου στη ζούλα.
Ούτε της πιάτσας τα δικά μου παρατσούκλια.
Έχω σκιές να περιθάλψω μες στη μούχλα.
Έχω σκιές να περιθάλψω μες στη μούχλα

Μη μαρτυράτε μονοπάτια μου στη ζούλα.
Γεμάτο Ασφάλεια μ’ αλήτικα τα ρούχα.
Μαζί τους θα ’πίνες του μπάφου σου μια τζούρα.
Κι έχω σκιές να περιθάλψω μες στη μούχλα.
Κι έχω σκιές να περιθάλψω μες στη μούχλα
Δεν κάνω έγκλημα, καπνίζω μόνο φούντα.

ZΩΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


Στη Μαύρη Ήπειρο παιδί.
Πέρασα σύνορα λαθραία.
Σ’ ένα καλάθι μιας φυλής.
Που γράφε ‘’Ελλάδα’’ -σε πετσέτα.
Και ως ενήλικας παιδί.
Πάλι από σύνορα λαθραία.
Πέρασα μέσα σε ταξί.
Για να ξανάβρει μια μητέρα.
--------------------------

Στην επανάληψη αυτή.
Αλλάξαν’ μόνο οι λαδωμένοι.
Τότε του ΟΗΕ- συνοριακοί.
Τώρα αλβανοί κι αίμα μου ξένοι

Πέρνα κι εσύ με κόκα- πρέζα
Μου πε πουλί παρανομίας
Να ν’ τα χαλιά παντού στρωμένα,
σαν να περνά πομπή εκκλησίας.
----------------------

Στην επανάληψη αυτή
άλλαξα μόνον ηλικία
ή δεν υπήρξα εγώ παιδί
Και ήμουν πάντοτε στην ίδια;

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

MAFIOZI ΟΧΥΡΟ

Σε ένα μαφιόζων οχυρό.
Με γάτες κι ένα Λαμπραντόρ.
Που το καλούσαν ‘’Λούσι Μπολ’’.
Με φούντα Ολύμπου στο τραπέζι.
Είδα Πυθία να μαντεύει.
Σε έναν σκυμμένο βασιλιά.
Το τέλος απ’ τον γιό του.
Σε τρίστρατο του κόσμου.
Είδα Πυθία να μαντεύει.
Σε έναν σκυμμένο βασιλιά.
Το τέλος απ’ τον γιό του.
Σε τρίστρατο του κόσμου.
Σ’ ένα μαφιόζων οχυρό.
Με γάτες και τη ‘’Λούσι Μπολ’’.
Κι αφγάνι πίσσα σκοτεινό.
Γέμισα μ’ άμμο της ερήμου.
Μέρος σαν να 'μουν του τοπίου
Γέμισα μ' άμμο της ερήμου
Σαν να 'μουν μέρος του τοπίου
Μα οι mafiozi μου παιδία.
Από τα σκάρτα σας θρανία.
Δεν λησμονούνε με τη Φύση.
Θέλουν χημεία απ’ τη μύτη.
Έχουνε όπλα να στανιάρουν.
Πριν τα Τζακούζια τους τα πάρουν.
Έχουν ψυχές να τις φουντάρουν.
Σαν δουν περίπολα με σκάφος.
Έχουν μια σφαίρα να πεθάνουν.
Σαν την ψυχή τους καταλάβουν.
Έχουνε όπλα να στανιάρουν.
Πριν τα Τζακούζι τους τα πάρουν.
Έχουν ψυχές να τις φουντάρουν.
Σαν δουν περίπολο με σκάφος.
Έχουνε σφαίρα να πεθάνουν.
Σαν την ψυχή τους καταλάβουν.


Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΣΕΡΙΦΗ ΤΟΥ ΝΟΤΙΓΧΑΜ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Στη Γ.Α.Δ.Α. πριν τη Σήμανση.
Στην αίθουσα ταπείνωσης.
Με λάσκα χειροπέδα.
Ν’ αντέχουνε τα χέρια.
Να ανάβουνε τσιγάρο.
Με μπάστακα τον μπάτσο.
------------------------------------------------------------
Και μπαίνει ένα αεροδρόμιο.
Των μπάτσων λεξιλόγιο
Γι΄ απέλαση απ’ το όνειρο.
Με ένα σκοινί δεμένοι.
Του Νότου ίδιοι νέγροι.
Από μια Κ Κ Κλαν.
Που λέγεται ΕΛ.ΑΣ.
--------------------------------------------------------------------------
Και δίνω σε μια γύρα.
Τσιγάρα στ’ ερείπια.
Μα μπαίνει ένα Σερίφης.
Του Νότιγχαμ της Δύσης.
Με μπάτσικη ψυχή.
Από εννιαμηνίτης.
------------------------------------------------------------------------------------------------- Κι αρχίζει να κλοτσάει.
Τα ερείπια στα ποδάρια.
Φωνάζοντας με σάλια.
‘’Καπνίζετε γομάρια;
Εδώ ‘ναι
η χώρα του Αλέξανδρου!
Η Ελλάδα’’.
------------------------------------------------------------------------------------------------- Σούργελο τσίρκο.
Που τα βάζει.
Με ασθενούντες.
Και με ράκη.
Σούργελο τσίρκο με στολή.
Π' απωθημένων το φαϊ.
Σούργερο τσίρκο με στολή.
Π' απωθημένων το φαϊ.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΠΟΜΠ ΜΑΡΛΙΝ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ


Είχα σκαμνί σε τράπεζα φαμίλιας.
Τώρα ένα τούβλο στ’ ερείπια μιας οικίας.
Είχα κλειδιά που ανήκανε σε γραφεία.
Και τα ξεπούλησα όσο όσο στα χυτήρια.
Γι’ αυτό το τούβλο στα ερείπια μιας οικίας.
Σπίτι σκιών μιας άλλης κοινωνίας.
Γι' αυτήν την αίσθηση σεμνής φιλοξενίας
Χωρίς θεσμούς να υπηρετώ της Πολιτείας
Αεργος κι άδεσμος με κάρτα απορίας
---------------
Μ' αυτό το τούβλο στα ερείπια μιας οικίας.
Σπίτι σκιών μιας άλλης κοινωνίας.
Γι’ αυτήν τη γεύση
Tην πικρή.
Ελευθερίας
Γι' αυτήν τη γεύση
Tην πικρή.
Eλευθερίας.

Τρίτη, 08 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΤΑ ΣΩΘΙΚΑ


Όταν το Κουρδιστάν απών απ’ τα αρχαία, πάω στης Πόλης της Παλιάς τα μέσα. Που κάτι σωθικά φαρμακωμένα, που κάτι σωθικά φαρμακωμένα. Π’ ούτε στα θύματα του Γκράχαμ Γιανκ, που δηλητήρια, το μόνο του, το επίτευμα. Κάτω στα στενά των αρουραίων- πραγματικών και ανθρωπίνων μορφών της νύχτας της παρανομίας-της νύχτας της παρανομίας-πρέπει να βρεις την Αραπιά. Τσιράκι΄'δώ το Κουρδιστάν κι η Αραπιά ο αρχηγός. Και στο στενό που ψάχνω εγώ, φούντα για λήθη, ούτε Ρωγμές, ούτε ηρωίνη, ούτε Χημεία, κι ο μάγος απ' τη Νιγηρία σε βλέπει ως λέρα που δεν πίνεις πρέζα, σε βλέπει ως λέρα που δεν πίνεις πρέζα. Κι ανοίγουν στην Ασφάλεια σαμπάνια. Απάνω από την μπάζα.Απάνω από την μπάζα.

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Το αίμα μου βαρύμοχθα δεν έζησε. Επαγγελματίες Θαυμάτων ήτανε. Σε νησιά που άπιαστα. Ως άγονα. Απ’ τα καράβια. Και σε χωριά. Που κρέμονται με γάντζο από τα βράχια και τα βουνά. Εργολαβίες στον παπά. Για να ’χει πελατεία. Τι πιο συγκεκριμένα; Δακρύζανε εικόνες με υπομονή ιώβεια. Ζεσταίνοντάς τις με κεριά. Κι από δακρυσμένη εικόνα κερδίζανε πολλά. Αλλά ήταν σπάνια η επιτυχία (η εικόνα από αιωνόβια έπρεπε ελιά ή βελανιδιά-το δέντρο που με ακρίβεια χρονολογεί του εαυτού του την πορεία). Ή τάχα μου ξεβράζανε στα βότσαλα. Ή σε άμμο. Την Παναγία. Με τον Χριστό της αγκαλιά. Στη θάλασσα. Κι ένας ψαράς. Καημένος. Την έβρισκε. Και τα ’χάνε. Από το δέος. Τέτοιας μοίρας. Η ίδια η Παναγία. Σ’ εκείνον. Να ζητήσει. Κατοικία. Και στου νησιού. Την εκκλησία. Με Θεία Λειτουργία. Αυτός να την αφήσει επίσημα. Ή εμφάνιζαν φαντάσματα σε πλανεμένους της κυρίαρχης θρησκείας. Που εκ ιδρύσεως θεσμοθετεί στην Πολιτεία. Θεωρώντας το πνεύμα των κατοίκων της καλή ιδιοκτησία. Μ’ αντάλλαγμα πολίτες αγελαίοι. Βορά πολιτικών που τρώνε τη δημόσια πατρίδα και κάνουν περιουσία. Ή ξέχωναν, χαράματα. Με φτυάρια. Νεκρούς. Και τις κλειδώσεις. Των ποδιών. Τους κάνανε κομμάτια. Υποκρινόμενοι Θεού την τιμωρία. Κι επί πληρωμή. Ο παπάς. Μ’ όλους σκιαγμένους. Οργάνωνε αγρυπνία. Στα νεκροταφεία. Το αίμα μου βαρύμοχθα δεν έζησε. Επαγγελματίες θαυμάτων ήτανε επί εκατονταετία. Και όπως γνωρίζετε. Το αίμα νερό δεν γίνεται. Κι είμαι κι εγώ θαυματοποιός. Ως ακροβάτης σε κτίρια. Που στ’ αγγλικά ορίζεται. Ως παρκουρίστας. Αλλά στη γλώσσα μου. Της ποιητικής αδείας Ως τοιχοβάτης. Μου συστήθηκε. Και μ’ ήσυχη συνείδηση πως δεν βαναυσουργώ. Της τέχνης μου τα σύνεργα. Τα όρισα καλύτερα. Κι ακροβατώ σε τοίχους. Και ταράτσες. Σκάλες υπηρεσίας. Και πολυκατοικίες. Εγκαταλειμμένα εργοστάσια. Και γυάλινα μεγαθήρια. Κι η παράστασή μου λέγεται ‘‘Χορός στα κτίρια’’.

Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΣΙΟΥ




Αρμάδα μπάτσοι- αστακοί.
Με την ολόμαυρη στολή .
Στου ‘’ Τσίου’’ μπουκάρανε το σπίτι .
Με τα πιστόλια τους στη μύτη.
Στάχτη στα μάτια από μια λέρα.
Ότι ο ‘’Τσίου’’ σπρώχνει πρέζα.
Μα ο ‘’Τσίου μόνο’’ χασικλής.
Με μια γριά κι ένα σκυλί.
Κι οι τρεις τους κούτσουρα της γης.


Με μια γριά κι ένα σκυλί.
Κι οι τρεις τους κούτσουρα της γης
.
Και του ξηλώσαν’ το καλύβι.
Κι ούτε μια πρέζα ηρωίνη.
Ούτε και δράμι από χασίσι.
Δεν μπήκαν βλέπεις στην κουζίνα.
Που ο ‘’Τσίου’’ καβάντζωνε τη φούντα.
Μες στο καλάθι για τα φρούτα.
Και στης μητέρας του το τσάι .
Που το προτείνει σε οποίον βρίσκει.
Μα δε γελά όπως εκείνη.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

ΦΕΡΕΤΡΟ ΚΛΕΙΣΤΟ


Ο μακρόχρονος νοσηλευτής του Νοσοκομείου Ατυχημάτων, ξερός από τον πόνο και το κρύο στον εργασιακό του βίο, είπε σε έναν πιλότο επί της γης στα εξωτερικά ιατρεία που ούρλιαζε να φύγει με μανία και πλάκωσε ησυχία: ‘‘Θα νοσηλευτείς για πάνω από έξι μήνες σε νάρθηκες και γύψους για να μπορείς απλώς να περπατάς με λάμες και με βίδες’’. Μα ο πιλότος επί γης δεν άντεξε στα τρία χειρουργεία και όταν τον παρέλαβε το γραφείο κηδειών με τους γονείς του συνοδεία, ενημερώθηκαν πως η κηδεία θα γίνει με φέρετρο κλειστό γιατί ο μορφασμός του στην πόρτα του κενού δεν κατακάθισε στη μούρη του ως νεκρού.